τελευτή


τελευτή
ἡ τελευτή конец; кончина

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "τελευτή" в других словарях:

  • τελευτή — completion fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τελευτή — η, ΝΜΑ 1. τέλος, έσχατο σημείο, τέρμα, άκρο 2. (με ή χωρίς γεν. τού βίου ή τής ζωής) το τέλος τού βίου, ο θάνατος, ιδίως ο φυσικός (α. «η τελευτή τού βίου του» β. «παρὰ τοῡ ὑπηρετοῡντος μοναχοῡ ἔμαθε τὴν τελευτὴν αὐτοῡ», Μηναί. γ. «τελευτὴν… …   Dictionary of Greek

  • τελευτῇ — τελευτάω bring to pass pres subj mp 2nd sg (doric) τελευτάω bring to pass pres ind mp 2nd sg (doric) τελευτάω bring to pass pres subj act 3rd sg (doric) τελευτάω bring to pass pres ind act 3rd sg (doric) τελευτάω bring to pass pres subj mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τελευτή — [тэлэфти] ουσ. 0. кончина, смерть …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • τελευτῆι — τελευτῇ , τελευτάω bring to pass pres subj mp 2nd sg (doric) τελευτῇ , τελευτάω bring to pass pres ind mp 2nd sg (doric) τελευτῇ , τελευτάω bring to pass pres subj act 3rd sg (doric) τελευτῇ , τελευτάω bring to pass pres ind act 3rd sg (doric)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τελευταῖς — τελευτή completion fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τελευταί — τελευτή completion fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τελευτήν — τελευτή completion fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιτελεύτιος — ἐπιτελεύτιος, ον (Μ) 1. αυτός που γίνεται για τον θάνατο ή αναφέρεται στην τελευτή, στον θάνατο («τοὺς ἐπιτελευτίους ἄσοντες ὕμνους», Άνν. Κομν.) 2. αυτός που εκφράζεται λίγο πριν τον θάνατο («ἐπιτελεύτιος βούλησις»). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + τελευτή… …   Dictionary of Greek

  • τελευτά — τελευτά̱ , τελευτή completion fem nom/voc/acc dual τελευτά̱ , τελευτή completion fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Homéotéleute — L homéotéleute est l une des figures qui participe du rythme poétique (Paul Raphael Montford, Musique et Poésie). Une homéotéleute (en grec : ὁμοιοτέλευτος[1] …   Wikipédia en Français